Πανελλαδική έρευνα για τους Ρομά: Η εικόνα στην Ελλάδα και όσα αφορούν στη Δυτική Αττική και στα Μέγαρα

Η Γενική Γραμματεία Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Καταπολέμησης της Φτώχειας παρουσίασε τα πιο πρόσφατα στοιχεία για τον πληθυσμό και το κοινωνικό προφίλ των Ρομά στη χώρα.

Οι Ρομά στην Ελλάδα αποτελούν κυρίως νεανικό πληθυσμό, με μεγάλο ποσοστό παιδιών και νέων κάτω των 25 ετών. Σε αρκετές περιοχές της χώρας, οι συνθήκες στέγασης παραμένουν δύσκολες, καθώς πολλοί ζουν σε καταλύματα που δεν πληρούν πλήρως τους κανόνες υγιεινής ή ασφάλειας.

Η εκπαίδευση και η επαγγελματική κατάρτιση εξακολουθούν να είναι τομείς με σημαντικά περιθώρια βελτίωσης. Πολλοί ενήλικες Ρομά έχουν περιορισμένο ή καθόλου μορφωτικό υπόβαθρο, γεγονός που μειώνει τις ευκαιρίες πρόσβασής τους στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, τα κοινωνικά στερεότυπα και οι προκαταλήψεις που εξακολουθούν να υπάρχουν λειτουργούν συχνά αποτρεπτικά, δυσχεραίνοντας την κοινωνική και οικονομική τους ενσωμάτωση.

Αποτελούν το 1% του πληθυσμού

Παρά τις δυσκολίες, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή βελτίωση μέσω προγραμμάτων ένταξης, ενισχυμένης φοίτησης παιδιών στα σχολεία και δράσεων επαγγελματικής υποστήριξης.

Σύμφωνα με τη νέα πανελλαδική καταγραφή της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Καταπολέμησης της Φτώχειας, ο εκτιμώμενος πληθυσμός των Ρομά στην Ελλάδα ανέρχεται σε 116.090 άτομα, που αντιστοιχούν σε 38.529 οικογένειες — ποσοστό περίπου 1,11% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Οι κοινότητες Ρομά είναι καταγεγραμμένες σε 142 δήμους, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση να εντοπίζεται στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, στην Αττική, στη Θεσσαλία, στη Δυτική Ελλάδα και στην Κεντρική Μακεδονία.

Περίπου 53.000 άτομα ζουν σε οικισμούς όπου συνυπάρχουν μόνιμες κατοικίες με πρόχειρες ή λυόμενες κατασκευές, ενώ 30.000 άτομα κατοικούν σε κανονικά σπίτια ή διαμερίσματα, κυρίως σε υποβαθμισμένες αλλά αστικές περιοχές. Επιπλέον, 13.786 άτομα διαμένουν διάσπαρτα εντός πόλεων, πλήρως ενταγμένα στον κοινωνικό ιστό, ενώ περίπου 20.000 άνθρωποι εξακολουθούν να ζουν σε πολύ δύσκολες συνθήκες, σε καταυλισμούς με σκηνές ή αυτοσχέδιες κατασκευές.

Ο πληθυσμός των Ρομά έχει έντονα νεανικά χαρακτηριστικά: το 47,4% είναι ηλικίας 20–39 ετών, ενώ το 19,8% είναι 20–29 ετών. Αντίθετα, τα άτομα άνω των 70 ετών αποτελούν μόλις 3,1% του πληθυσμού, τη στιγμή που στο σύνολο της χώρας το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 16,8%. Μόνο το 0,6% των Ρομά είναι άνω των 80 ετών (έναντι 7,3% στον γενικό πληθυσμό).

Η οικογένεια κατέχει κεντρικό ρόλο στην καθημερινή ζωή των Ρομά. Η επιθυμία δημιουργίας οικογένειας και παιδιών είναι βαθιά ριζωμένη στην παράδοση, με τη συμμετοχή παππούδων, γιαγιάδων και συγγενών στη φροντίδα των παιδιών να αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο. Περισσότερες από τις μισές οικογένειες είναι τρίτεκνες ή πολύτεκνες, ενώ μόνο το 12% έχει δύο παιδιά και το 5% ένα παιδί.

Τα παιδιά Ρομά έως 18 ετών αποτελούν το 36,1% του συνολικού πληθυσμού, όταν στον γενικό πληθυσμό της χώρας τα παιδιά έως 19 ετών αντιστοιχούν μόλις στο 18,6%. Η διαφορά αυτή καταδεικνύει τη νεανική σύνθεση της κοινότητας και την ανάγκη επένδυσης σε εκπαιδευτικές και κοινωνικές πολιτικές που στηρίζουν τις νέες γενιές.

Ο γάμος και η οικογενειακή ζωή

Στις κοινότητες Ρομά, ο γάμος εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό κοινωνικό θεσμό που συνδέεται με την παράδοση και τη συνοχή της οικογένειας. Η έρευνα δείχνει ότι ο μέσος όρος ηλικίας γάμου για τις γυναίκες είναι περίπου 17 ετών, ενώ για τους άνδρες γύρω στα 19 έτη. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο έγγαμος βίος ξεκινά νωρίτερα, αν και η τάση αυτή βαίνει μειούμενη τα τελευταία χρόνια, ιδίως στις νεότερες γενιές.

Εκπαίδευση και σχολική φοίτηση

Στον τομέα της εκπαίδευσης, η εικόνα παραμένει πολύπλοκη αλλά βελτιούμενη. Περίπου το 14% του πληθυσμού Ρομά δηλώνει ότι δεν γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, ενώ μόλις το 4% έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και 1% έχει προχωρήσει σε ανώτερες ή ανώτατες σπουδές.

Η έρευνα καταγράφει νεανική δημογραφική πυραμίδα και αυξανόμενη συμμετοχή παιδιών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Τα παιδιά Ρομά έως 18 ετών αποτελούν το 36,1% του πληθυσμού της κοινότητας, στοιχείο που κατευθύνει πόρους προς την εκπαίδευση και τις υπηρεσίες παιδικής προστασίας.

«Η ισότιμη συμμετοχή των Ρομά στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή είναι προϋπόθεση για μια δίκαιη και συνεκτική κοινωνία.»

Η σχολική διαρροή παρουσιάζει αισθητή μείωση τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής που συνδέουν την παροχή επιδομάτων με τη φοίτηση των παιδιών στο σχολείο. Παρόλα αυτά, περίπου το 17% των παιδιών Ρομά εξακολουθεί να μην παρακολουθεί τακτικά τα μαθήματα, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για συνεχή υποστήριξη και ενίσχυση των εκπαιδευτικών δομών στις περιοχές όπου διαμένουν.

Συνθήκες διαβίωσης και στέγαση

Η πλειονότητα των Ρομά στην Ελλάδα προτιμά να ζει σε δικό της κατάλυμα, με το 54% να δηλώνει ιδιοκατοίκηση — ακόμη κι αν το σπίτι είναι πρόχειρης κατασκευής ή χωρίς πλήρη σύνδεση σε βασικά δίκτυα, όπως το ηλεκτρικό ρεύμα. Περίπου 32% των ερωτηθέντων αναφέρει ότι διαμένει σε παραχωρημένο χώρο, ενώ μόλις 11% δηλώνει ότι ενοικιάζει κατοικία, κάτι που οι ερευνητές αποδίδουν στην έλλειψη σταθερού εισοδήματος και στη δυσκολία πρόσβασης στην ενοικιακή αγορά. Ένα μικρό ποσοστό, γύρω στο 3%, ζει ακόμη σε παράγκες ή αυτοσχέδιες κατασκευές.

Παρά τα στερεότυπα που συχνά συνδέονται με την κινητικότητα της κοινότητας, τα στοιχεία δείχνουν πως οι περισσότεροι Ρομά ζουν σταθερά στο ίδιο μέρος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 76% δηλώνει ότι κατοικεί πάνω από έξι χρόνια στην ίδια περιοχή, επιλέγοντας συνήθως το κατάλυμά του με βάση τη γειτνίαση με συγγενείς και μέλη της εκτεταμένης οικογένειας.

Οι κατοικίες είναι συχνά περιορισμένων διαστάσεων: το 46% των νοικοκυριών μένει σε σπίτια με δύο δωμάτια, ενώ το 24% σε μονοδωμάτια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο συνωστισμός να δυσχεραίνει δραστηριότητες όπως το διάβασμα των παιδιών ή η ξεκούραση των μελών της οικογένειας.

Όσον αφορά τις βασικές υποδομές, οι ελλείψεις παραμένουν αξιοσημείωτες:

  • 2 στους 10 δεν έχουν μόνιμη ή ασφαλή ηλεκτροδότηση,
  • άλλο ένα 20% δεν έχει καθόλου ρεύμα,
  • μόνο το 68% διαθέτει τουαλέτα εντός του καταλύματος,
  • περίπου το 22% των νοικοκυριών δεν έχει καθόλου εγκαταστάσεις υγιεινής, όπως τουαλέτα ή ντους.

Μόλις το 34% διαθέτει λειτουργικό νιπτήρα, ενώ 62% δηλώνει πως δεν έχει πρόσβαση σε τέτοια βασική υποδομή.

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η πρόσβαση σε τουαλέτα και ντους δεν αφορά μόνο ζητήματα καθαριότητας ή υγείας, αλλά και την κοινωνική αποδοχή — δηλαδή το πώς αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι αυτοί στο σχολείο, στην εργασία ή στον δημόσιο χώρο.

Σε επίπεδο τεχνολογικής πρόσβασης, σχεδόν όλα τα νοικοκυριά (98%) διαθέτουν κινητό τηλέφωνο, αλλά μόνο το 49% έχει πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Η τηλεόραση είναι παρούσα στο 90% των σπιτιών, όμως υπολογιστή διαθέτει μόλις το 24% των οικογενειών.

Εργασία και εισόδημα

Η εργασία αποτελεί την κύρια πηγή εισοδήματος για το 51% των Ρομά, ωστόσο χαρακτηρίζεται συχνά από αστάθεια και χαμηλή εξειδίκευση. Οι περισσότεροι απασχολούνται σε περιστασιακές ή εποχικές δραστηριότητες, όπως ανακύκλωση, οικοδομικές ή αγροτικές εργασίες, χωρίς σταθερή επαγγελματική βάση ή ασφαλιστική κάλυψη. Παράλληλα, το 45% δηλώνει ότι εξαρτάται από επιδόματα κοινωνικής στήριξης, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για ενίσχυση των ευκαιριών απασχόλησης και επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Πόσοι είναι οι Ρομά στην Ελλάδα — Τα βασικά στοιχεία με μια ματιά

  • Εκτιμώμενος μόνιμος πληθυσμός (2024): 116.090 άτομα — περίπου 1,11% του μόνιμου πληθυσμού της Ελλάδας.
  • Δήμοι με κοινότητες Ρομά: 142 (124 ανταποκρίθηκαν στην επικαιροποίηση του 2024, 18 δεν ανταποκρίθηκαν αλλά συμπεριλήφθηκαν βάσει 2021).
  • Ηλικιακή σύνθεση: Τα παιδιά έως 18 ετών είναι 36,1% (στον γενικό πληθυσμό τα παιδιά έως 19 ετών είναι 18,6%).
  • Τυπολογία περιοχών διαβίωσης (2024): 85 Τύπου Ι (ιδιαιτέρως υποβαθμισμένες), 189 Τύπου ΙΙ (μικτοί καταυλισμοί), 75 Τύπου ΙΙΙ (γειτονιές), και 104 «διάσπαρτες» περιοχές.

Η εικόνα στη Δυτική Αττική

Η Δυτική Αττική συγκαταλέγεται στις περιοχές με σημαντική παρουσία πληθυσμών Ρομά. Στον Δήμο Μεγαρέων, η επίσημη καταγραφή του 2024 αποτυπώνει 1.871 μόνιμους κατοίκους Ρομά και 423 οικογένειες, με τάση σταθεροποίησης σε σχέση με την πρότερη αποτύπωση.

Σε γειτονικούς δήμους της ευρύτερης περιοχής καταγράφονται επίσης κοινότητες (ενδεικτικά: Ασπρόπυργος), γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για συντονισμένες τοπικές πολιτικές.

Στέγαση και βασικές υποδομές

Η εθνική τυπολογία περιοχών διαβίωσης δείχνει μετατόπιση από πρόχειρους καταυλισμούς (Τύπου Ι) προς μικτούς καταυλισμούς (Τύπου ΙΙ) και αστικές «γειτονιές» (Τύπου ΙΙΙ), με συνολικά 453 περιοχές διαβίωσης καταγεγραμμένες το 2024.

Τι σημαίνουν αυτά για τα Μέγαρα

Με δεδομένα τα μεγέθη και τη σταθερή παρουσία κοινοτήτων στον Δήμο Μεγαρέων, προτεραιότητες πολιτικής είναι: ενίσχυση σχολικής φοίτησης, πρόσβαση σε υποδομές και υπηρεσίες, διαμεσολάβηση με τις δημοτικές δομές και δράσεις κατάρτισης/απασχόλησης που ανταποκρίνονται στην τοπική αγορά εργασίας. Οι κατευθύνσεις αυτές ευθυγραμμίζονται με τις προτάσεις της μελέτης Roma Platform (2025).

Η γεωγραφική κατανομή αποτυπώνει μεγάλες συγκεντρώσεις πέρα από τη Δυτική Αττική και σε άλλες περιοχές: στη Θεσσαλία (Λάρισα, Τύρναβος, Τρίκαλα), στη Δυτική Ελλάδα (Αιτωλοακαρνανία, Πάτρα), στην Κεντρική Μακεδονία (Θεσσαλονίκη – Δενδροπόταμος, Καλοχώρι, Γιαννιτσά) και στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (Ροδόπη, Έβρος, Δράμα).

Πηγές:

Παρόμοια άρθρα

Back to top button