«Που να σε ψάξω χώρα μου χαμένη» έγραφε πριν λίγες δεκαετίες ο Άλκης Αλκαίος.
Πού να ‘ξερε ότι σήμερα θα χρειαζόταν να αλλάξει ο στίχος…
Αυτό εδώ, είναι ένα άρθρο χωρίς προλόγους. Χωρίς εισαγωγές. Όταν θες να πεις κάτι, τα λες όλα όπως έχουν. Mε συντομία. Όπως ακριβώς χωρίς να το καταλάβουμε κι εμείς, κοντέψαμε να καούμε ζωντανοί.
Για ακόμα μία φορά στα Μέγαρα ζήσαμε την απόλυτη καταστροφή. Έγιναν στάχτη τα πάντα. Χάθηκε η μόνη πηγή οξυγόνου που είχαμε. Το όρος Πατέρας. Όπως φυσικά εδώ και τόσα χρόνια έχουν γίνει στάχτη η ανθρωπιά, η βοήθεια και ο σεβασμός.
Θυμάστε όταν ήμασταν παιδιά που βλέπαμε στον «Λούκι Λουκ» όταν έπαιρνε φωτιά σε κάποιο δάσος να κάνουν όλοι μια τεράστια ουρά από το ποτάμι προς το βουνό και με κουβάδες χέρι με χέρι να σβήνουν τη φωτιά; Ωραία εικόνα ε; Θυμάστε ότι η φωτιά έσβηνε; Κι αυτό ωραίο∙ να ακούς και να βλέπεις μια πυρκαγιά να σβήνει. Κρίμα που το δικό μας δάσος δε σώθηκε, αν και η αλυσίδα αυτή θα μπορούσε να είχε γίνει πράξη. Είδαμε τόσους και τόσους Μεγαρίτες να ενώνονται και να προσπαθούν να σώσουν τις περιουσίες τις δικές τους και των συμπολιτών τους. Κατάλαβαν ορισμένοι ότι μόνο μαζί μπορούν να σώσουν τον τόπο τους. Χρειάζεται όμως να το αντιληφθούμε και όλοι οι υπόλοιποι, αφού πρώτα ξεπεράσουμε τις απαρχαιωμένες ιδεολογίες και τους φανατισμούς μας. Είναι ανάγκη να καταλάβαμε ότι αν ο «αριστερός» θελήσει να κρατήσει το χέρι του «δεξιού» ή το αντίθετο μπορούν να γίνουν θαύματα. Ακόμα κι αν η λέξη «πεύκο» σβήστηκε από το νεοελληνικό λεξιλόγιο, έχουμε τη δύναμη να επαναφέρουμε τη χαμένη λέξη «συνεργασία».
Μα αλήθεια, που ήμασταν τόσον καιρό; Τόσα χρόνια μας έμαθαν να ζούμε με τον φόβο, όπως έγραψε και ο Ευγένιος Ιονέσκο στο προφητικό του βιβλίο «Το παιχνίδι της σφαγής». Και ως γνωστόν, μπορείς να προκαλέσεις φόβο σε κάποιον, μόνο αν αυτός είναι πιο χαζός από σένα. Ή έστω πιο αμόρφωτος. Και εμείς δεν είμαστε χαζοί, δυστυχώς. Αμόρφωτοι είμαστε. Χωρίς να αντιδρούμε, μας έμαθαν να αφήνουμε τις περιουσίες μας και να φεύγουμε. Λένε ότι είναι επικίνδυνο να πηγαίνει κανείς μπρος στην φωτιά. Κι εμείς τους ακούσαμε, κι αρχίσαμε να τρέχουμε. Γιατί ο άνθρωπος σήμερα ξέμαθε να συνεργάζεται και φοβάται μόνος του. Κοιτάζει μόνο να σώσει το τομάρι του, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν θα ζει πλέον δίπλα στα καμένα δέντρα και τα αποτεφρωμένα ζώα. Ξεχάσαμε ότι ενωμένοι μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα. Αλλά βλέπετε οι καρέκλες είναι μεγάλο πράγμα. Και το «διαίρειν και βασίλευε» έχει για τα καλά ριζώσει στις φλέβες μας, αφού αντί να κοιτάξουμε το πρόβλημα στα μάτια τσακωνόμαστε για το παραμικρό και χωρίς λόγο. Γι’ αυτό δε μπορούμε να δούμε το πρόβλημα. Γι’ αυτό τώρα τα βουνά μας είναι παρελθόν.
Αλήθεια, αυτή τη ζωή θέλουμε; Να ξυπνάμε το πρωί και να βλέπουμε στάχτη τα βουνά που οι παππούδες μάς μας παρέδωσαν με κόπο και ιδρώτα; Να ξυπνάμε και να σκεφτόμαστε ότι δε θα ξαναδούμε ποτέ τη χλωρίδα και την πανίδα του τόπου μας; Μάλλον όταν ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου έγραφε «τα Ψηλά Βουνά» στις πλαγιές των Γερανείων Όρεων στα Μέγαρα, δεν ήξερε ότι κάποτε αυτά τα βουνά θα κοντύνουν από το πιο σιχαμερό ζώο του πλανήτη που ονομάζεται Νεοέλληνας. Και νομίζω πως ούτε ήξερε ότι η γενιά του θα ήταν η τελευταία με την κατάλληλη παιδεία και σεβασμό που χρειαζόταν για να τα προστατεύσει και να τα υμνήσει.Και μόλις είπαμε την μαγική λέξη! ΠΑΙΔΕΙΑ!!! Διότι η αμάθεια είναι το μεγάλο μας πρόβλημα. Ο Φρόυντ έλεγε ότι το πρόβλημά μας το λύνουμε όταν το βρούμε. Κι εμείς δεν μπορούμε να το βρούμε γιατί δεν έχουμε κρίση από την έλλειψη παιδείας. Ιστορία δε γνωρίζει κανείς. Και όχι, δεν τη μαθαίνουμε την ιστορία για να πάρουμε 20 στο σχολείο. Τη μαθαίνουμε για να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι. Για να βλέπουμε τα σωστά και τα λάθη των προγόνων μας. Αλλά αυτή είναι ύψιστο αγαθό. Κι εμείς σήμερα φοβόμαστε ότι αν στερέψει η λίμνη του Μαραθώνα δε θα έχουμε νερό στην Αττική. Με την παιδεία θα ασχοληθούμε; Κι όμως, αν την κατείχαμε έστω και (για) λίγο, ούτε θα αφήναμε φωτιές να ανάβουν και να καίνε ολόκληρους νομούς, ούτε θα αφήναμε τα ζώα να πεθαίνουν. Γιατί παιδεία ΔΕΝ υπάρχει, όπως και να το κάνουμε. Κι εδώ είναι το πρόβλημα. Τι να το κάνω αν ζω ανάμεσα σε γιατρούς και δικηγόρους με δύο και τρία μεταπτυχιακά και δεν έχουν μάθει τις λέξεις «ευχαριστώ», «παρακαλώ» και «συγγνώμη»; Τι να το κάνω αν δεν μπορεί – η αν δε θέλει στη χειρότερη – κανένας δήθεν πεπαιδευμένος της εποχής μας να μάθει στο παιδί του να δείχνει τον στοιχειώδη σεβασμό απέναντι στη φύση;
Αν νομίσουμε λοιπόν ότι έγινε καθυστερημένα εκείνη η μερική συνένωσή μας μπροστά στην απειλή της πυρκαγιάς είναι μέγα λάθος. Γιατί γεννηθήκαμε στην ίδια γη. Πατήσαμε, πατάμε και θα πατάμε τα ίδια χώματα. Και οφείλουμε να παραμείνουμε έτσι. Ο αγώνας ΔΕΝ τελείωσε. Ήταν απλά μία μεγάλη μάχη που για κακή μας τύχη χάθηκε. Ο αγώνας τώρα αρχίζει. Ξέρουμε πολύ καλά τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε μετά από αυτό και επιβάλλεται να δράσουμε όπως δράσαμε και τώρα. Αρκεί μόνο να παραμείνουμε ΑΝΘΡΩΠΟΙ, χωρίς να ανακατευτούμε με την διεστραμμένη, βρωμερή και καταστροφική για τον λαό πολιτική. Το έχει δείξει και η ιστορία. Οι Έλληνες γενικότερα, και οι Μεγαρίτες ειδικότερα, όντας ενωμένοι κάνουν θαύματα. Και μπορούμε να κάνουμε και τώρα. Κι εμείς και οι απανταχού Έλληνες.
Έτσι κι αλλιώς όλοι τα ίδια περνάμε.








