Ι. Μιχάλαρος: «Οι “δολοφόνοι” των εθνικών επετείων…»

Ακολουθεί άρθρο – επιστολή του Ιωάννη Αλκιβιάδη Μιχάλαρου, φοιτητή κλασικής φιλολογίας ΕΚΠΑ.

«Εθνικές Επέτειοι»… Και μόνο στο άκουσμά τους οι μαθητές δυσανασχετούν, βαριούνται, «ξενερώνουν» αν θέλετε, σύμφωνα και με την αργκό. Στα σχολεία όπως γνωρίζουμε, τρεις φορές το χρόνο τα μαθήματα σταματούν, για να διεξαχθεί μία εκδήλωση – ο Θεός να την κάνει – σε μία αίθουσα εκδηλώσεων (αν υπάρχει), στην οποία τα παιδιά θα καταλάβουν λίγα πράγματα σε σχέση με αυτά που υπόσχονται οι διοργανωτές της· κακός ήχος, χαλασμένοι προτζέκτορες, και φασαρία από ανυπόμονα παιδιά που αδημονούν να πάνε για καφέ μετά τη λήξη της γιορτής, απαρτίζουν τις εκδηλώσεις αφιερωμένες στην 28η Οκτωβρίου, τη 17η Νοέμβρη και την 25η Μαρτίου.

Φυσικά, όλο και κάποιος καλοπροαίρετος θα βρεθεί να πει ότι «εντάξει, παιδιά είναι, δεν έχουν χρόνο να ξεσπάσουν και το κάνουν τώρα» και κάποιος περισσότερο αυστηρός θα αντικρούσει με το επιχείρημα ότι «κάνουν έτσι αφού δεν τους έμαθαν τον σεβασμό στο σπίτι τους».
Η αλήθεια είναι ότι όταν ο Ιωάννης Μεταξάς το 1939, αποφάσισε να εισαγάγει τις μαθητικές παρελάσεις (καθώς μέχρι τότε ήταν μόνο στρατιωτικές), η κατάσταση διέφερε πολύ από την καθημερινότητα. Τα παιδιά, παρ’ ότι είχαν ως επί το πλείστον αγράμματους γονείς, έβλεπαν μία τέτοια μέρα, μία εθνική επέτειο, σαν κάτι ξεχωριστό, σαν μια μοναδική στιγμή να υπηρετήσουν έστω κι έτσι την πατρίδα τους. Αλλά και οι σχολικές γιορτές υπήρξαν εξαιρετικές, καθώς οι μαθητές είτε από σεβασμό είτε με τον φόβο της «βέργας» ήταν υπάκουα προς τους καθηγητές, οι οποίοι και εκείνοι είχαν μοναδικό σκοπό να κάνουν σωστά τη δουλειά τους.

Το μεγάλο ερώτημα όμως είναι το πώς φθάσαμε σε αυτή την κατάσταση. Η απάντηση είναι ότι όταν ξεκίνησαν οι μαθητικές εορτές (για την Ελληνική Επανάσταση αρχικά) και αργότερα οι μαθητικές παρελάσεις, τα κράτη της Ευρώπης πάσχιζαν για εθνική ομογενοποίηση, και φυσικά οι Έλληνες πάλευαν να συνυπάρχουν μέσα στην Ελλάδα με άλλους Έλληνες με υψηλό το εθνικό φρόνημα. Και γι’ αυτόν τον λόγο, σύμφωνα με τα εκπαιδευτικά προγράμματα της εποχής, οι καθηγητές είχαν στόχο να καλλιεργήσουν στα παιδιά την αγάπη για την πατρίδα.

Σήμερα όμως; Τι συμβαίνει σήμερα; Σήμερα, σε ένα μέσο ελληνικό δημόσιο σχολείο, ένας καθηγητής με πτυχίο και μεταπτυχιακό, φορτωμένος με το βάρος της διοργάνωσης της σχολικής γιορτής προσπαθεί να πείσει πέντε – δέκα παιδιά που θα λάβουν μέρος σε μια γιορτή για να χάσουν μάθημα, να μάθουν δυο – τρία ποιηματάκια, χωρίς να ξέρουν καλά – καλά αν το 1821 εξεγερθήκαμε εναντίον του Ιμπραήμ Πασά ή του Μουσολίνι (αν του θυμίζουν κάτι βέβαια τα ονόματα αυτά). Ίσως κάποιος καθηγητής να έχει λίγο περισσότερο κέφι και φαντασία για την επέτειο του Πολυτεχνείου, αλλά και πάλι ουσιαστικό αποτέλεσμα δεν υπάρχει. Χωρίς νόημα φυσικά είναι και οι παρελάσεις πλέον, αφού τα παιδιά περιμένουν την παρέλαση για να βγάλουν φωτογραφίες με σκοπό να τις «ποστάρουν» στα σόσιαλ, αν και οι γονείς τους τα καμαρώνουν και τα χειροκροτούν, κι ας μην έχουν τον ίδιο βηματισμό με την υπόλοιπη ομάδα.

Με τούτα και με ‘κείνα, και σαν τον Σέρλοκ Χολμς, προσπαθούμε να βρούμε τους «δολοφόνους» των εθνικών επετείων. Παρατηρούμε, αρχικά, ότι οι μαθητές, μπορεί να μην γνωρίζουν ότι κάποτε κάποιος Έλληνας σκοτώθηκε από ένα τουρκικό μαχαίρι, ή για ακόμα μεγαλύτερή μας θλίψη, μπορεί να μη γνωρίζουν ότι ο παππούς τους σκοτώθηκε στα βουνά της Βορείου Ηπείρου από μία ιταλική καραμπίνα, αλλά στα social media θα θυμηθούν να ανεβάσουν «story» με την ελληνική σημαία μαζί με μία λεζάντα «Χρόνια πολλά Ελλάδα!». Σε μια καλύτερη περίπτωση, μπορεί να δούμε και κάποια παιδιά στο ΤikΤok να παραπονιούνται ότι παρελαύνουν, χωρίς ποτέ να έχουν διδαχθεί στο σχολείο κάτι για την Ελληνική Επανάσταση, την Κατοχή, την Γενοκτονία των Ποντίων από του Τούρκους ή τη Μικρασιατική καταστροφή, που με τόση θλίψη το λένε οι απόγονοι των ξεριζωμένων.

«Μα καλά, τώρα το θυμήθηκε να τιμήσει τη χώρα του», θα βρεθεί ένας άλλος καχύποπτος να πει. Ναι, λοιπόν, τώρα το θυμήθηκε. Όπως τόσες δεκαετίες με απόλυτη αποτυχία το θυμάται τρεις φορές τον χρόνο το επίσης αποτυχημένο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας. Γιατί οι «δολοφόνοι» είμαστε εμείς οι ίδιοι. Εμείς φτάσαμε σε αυτό το επίπεδο μόνοι μας, αφού προτιμήσαμε να ζούμε σε μια αχαλίνωτη δημοκρατία κοιτάζοντας μόνο μπροστά, χωρίς να ενδιαφερόμαστε για τις ένδοξες πράξεις των προγόνων μας. Όμως, όπως βλέπουμε και από τα νέα παιδιά, οι εθνικές αξίες και το αίσθημα αγάπης για την πατρίδα, δε μπορεί να φύγει από μέσα μας, όσο παγκοσμιοποιημένοι και μαζοποιημένοι κι αν είμαστε, όσο κι αν ζούμε στις αρχές ενός δεύτερου Μεσαίωνα. Είναι αδύνατο!

Και εν έτει 2026, έτσι όπως έχουν καταντήσει οι εθνικές επέτειοι, δύο πράγματα μπορούν να συμβούν: ή αυτές να αρχίσουν να γίνονται με τέτοιον τρόπο ώστε πραγματικά οι μαθητές να μαθαίνουν και να συγκινούνται για τις θυσίες των προγόνων τους ή στη χειρότερη περίπτωση – και καθώς οι σχολικές γιορτές είναι απαρχαιωμένες και μιας άλλης εποχής – να καταργηθούν τελείως – αφού το σύστημα και οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι σε θέση να το υποστηρίξουν – και να βρεθεί κάτι πιο ελκυστικό και φυσικά πιο «νέο», για να μαθαίνουν οι μαθητές για την ιστορία του παρελθόντος τους.

Παρόμοια άρθρα

Back to top button