Τα Μέγαρα: Φωτογραφική και χαρτογραφική τεκμηρίωση (ΙΙ) – Επιχείρηση ΔΑΙΜΩΝ

Τα Μέγαρα: Φωτογραφική και χαρτογραφική τεκμηρίωση (ΙΙ) – Επιχείρηση ΔΑΙΜΩΝ

Νέα ιστοσελίδα – Έπιπλο μουστάκας

Τα Μέγαρα: Φωτογραφική και χαρτογραφική τεκμηρίωση (ΙΙ).
Επιχείρηση ΔΑΙΜΩΝ και το αυστραλιανό πλοίο εκκένωσης στρατευμάτων τον Απρίλιο του 194

Γράφει ο:
Δημήτρης Μπουρίκος
Πολιτικός-Κοινωνικός Επιστήμονας
Μελετητής τοπικής και κοινωνικής ιστορίας
Δυτικής Αθήνας & Δυτικής Αττικής
http://independent.academia.edu/DimitrisBourikos

Στην προηγούμενη μελέτη μας 2/2020 (https://www.megaratv.gr/ta-megara-fotografiki-kai-chartografiki-tekmiriosi-i-periptosi-ton-afstralianon-polemikon-archeion), παρουσιάσαμε φωτογραφικό και χαρτογραφικό υλικό από την περιοχή των Μεγάρων κατά την επιχείρηση άμυνας στην εισβολή των ναζιστικών στρατευμάτων και την εκκένωση της ηπειρωτικής Ελλάδας από τα συμμαχικά στρατεύματα.

Η περιοχή των Μεγάρων, πέρα από τη στρατηγική της θέση μεταξύ της γραμμής άμυνας των Θηβών- Θερμοπυλών, υπήρξε σημαντική και λόγω της επιχειρούμενης επιχείρησης εκκένωσης με την κωδική ονομασία ΔΑΙΜΩΝ. Η επιχείρηση εκκένωσης από τα Μέγαρα πραγματοποιήθηκε από το αυστραλιανό αντιτορπιλικό VENDETTA. Στην παρούσα συνοπτική μελέτη παρουσιάζουμε βασικά στοιχεία της επιχείρησης εκκένωσης ΔΑΙΜΩΝ και στοιχεία για το συγκεκριμένο πλοίο λόγω της σχέσης του με την παραλιακή ζώνη των Μεγάρων.

Η επιχείρηση εκκένωσης ΔΑΙΜΩΝ

Η επιχείρηση εκκένωσης της Ελλάδας από τα συμμαχικά στρατεύματα έλαβε την κωδική ονομασία «ΔΑΙΜΩΝ» και χρονικά αναφέρεται στο διάστημα 24 – 29/4/1941. Tόσο το πολιτικό και διπλωματικό πλαίσιο όσο και το καθαρά επιχειρησιακό πλαίσιο της εν λόγω επιχείρησης, έχουν κατά καιρούς απασχολήσεις τους ερευνητές ιστορικούς και στρατιωτικούς, ιδίως αναφορικά με την αναγκαιότητα και σκοπιμότητα της εκστρατείας στην Ελλάδα, την απόφαση περί απαγκίστρωσης και εκκένωσης του ελλαδικού χώρου, την εμπλοκή των αυστραλιανών και νεοζηλανδικών σωμάτων στην εκστρατεία και την εκκένωση, καθώς και τις επιχειρησιακές πτυχές της εκκένωσης, ιδιαίτερα στο πεδίο της μεταφοράς μαχητών, μέσων και εφοδίων.

Το πολιτικό και στρατιωτικό πλαίσιο της επιχείρησης

Παραστατικά αναφέρεται η περίοδος 5.3.1941- 26.4.1941 ως «λύση δράματος και καταστροφή» (Χάιαμ, 1996) για να καταδειχθεί το πολιτικό -διπλωματικό και εν τέλει, στρατιωτικό αδιέξοδο της εκστρατείας των συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα για την αντίσταση στη γερμανική εισβολή.

Στο Πολεμικό Συμβούλιο της 5ης Μαρτίου 1941 στο Λονδίνο, οι υπουργοί άκουγαν ότι η κατάσταση στην Ελλάδα είχε επιδεινωθεί και ότι ο ελληνικός στρατός δεν είχε κινηθεί στη γραμμή του Αλιάκμονα. Ο Τσώρτσιλ ως πολιτικός ενδιαφερόταν για τις αντιδράσεις στην Ισπανία και τη Βόρεια Αφρική αν η Βρετανία εγκατέλειπε στην Ελλάδα χωρίς μάχη και κάπως έτσι το Πολεμικό Συμβούλιο αποφάσισε να αναθεωρήσει τη στάση του όταν θα ήταν γνωστή η γιουγκοσλαβική απόφαση (ΧΆΙΑΜ, 1996). Ωστόσο, ο Τσώρτσιλ στο τηλεγράφημά του στον Ήντεν έλεγε ότι θα μπορούσε να αφήσει τους Έλληνες να δεχθούν το γερμανικό τελεσίγραφο γιατί δεν μπορούσαν να φτάσουν έγκαιρα πολλές αυτοκρατορικές δυνάμεις (Χάιαμ, 1996).

Σύμφωνα με τον ίδιο τον Τσώρτσιλ (1958), το σχέδιο ήταν να κρατηθεί η γραμμή του Αλιάκμονα και να ενώνονταν οι συμμαχικές με τις ελληνικές δυνάμεις, και προς τούτο είχε επιβιβαστεί η 1η βρετανική τεθωρακισμένη ταξιαρχία, η νεοζηλανδική μεραρχία και η 6η αυστραλιανή μεραρχία. Όμως τα ελληνικά στρατεύματα ήταν πολύ λιγότερα από εκείνα που είχε υποσχεθεί ο στρατηγός Παπάγος, δεν διέθεταν καθόλου μεταφορικά μέσα και μέσα επικοινωνιών, ενώ η αεροπορική δύναμη των συμμάχων αριθμούσε μόλις 80 αεροπλάνα έναντι 800 γερμανικών. Στις 13 Απριλίου το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα ήταν ήδη μόνο του και όλα τα πλοία που έπλεαν προς την Ελλάδα διατάχθηκαν να επιστρέψουν. Το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα δεν μπορούσε να αλλάξει ουσιαστικά την κατάσταση, ενώ οι εξελίξεις στη βόρεια Αφρική όπου ο Ρόμελ είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του, επέβαλαν τη συντηρητική χρήση αυτού του σώματος του οποίου η καταστροφή θα ανέτρεπε γενικότερες ισορροπίες και θα έθετε σε δοκιμασία την ίδια τη συνοχή της Βρετανικής αυτοκρατορίας (Μαργαρίτης, 1996).

Στις 18 Απριλίου, η Καμπέρα ανέφερε το μεγάλο ενδιαφέρον της Αυστραλίας για τη μάχη, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Βόρεια Αφρική και ειδικότερα ζητούσε μια ειλικρινή εκτίμηση, ακόμα και αν είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει μια εισήγηση αποχώρησης πριν η κατάσταση καταστεί ανεπανόρθωτη ενώ η άμεση εκκένωση θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τα υλικά επειδή θα ήταν ουσιώδη τόσο για να κρατηθεί η Κρήτη όσο και για να αναδιοργανωθεί το αυστραλιανό σώμα στρατού στη Μέση Ανατολή. Παρόμοιες ανησυχίες και προβληματισμούς εξέφραζε και η κυβέρνηση της Νέας Ζηλανδίας… ο Τσώρτσιλ απάντησε ότι η πρόωρη επανεπιβίβαση ήταν πραγματικά μια ανάγκη και για αυτή είχαν εκπονηθεί σχέδια τα οποία θα έπρεπε να εφαρμοστούν. «Η ασφαλής σύμπτυξη των αντρών θα έχει προτεραιότητα κάθε άλλου παράγοντα εκτός αυτού της τιμής…» (Χάιαμ, 1996).

Στις 18 Απριλίου, το πρωί, στην Αθήνα, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής αυτοκτόνησε, θύμα της ελληνικής τραγωδίας (Ακαδημία Αθηνών, 2002). Το ίδιο πρωινό σε σύσκεψη στο Τατόι (στρατηγός Ουίλσον, στρατηγός Παπάγος, πρεσβευτής Πάλαιρετ κ.ά.), αναλύθηκε η στρατιωτική κατάσταση και συμφωνήθηκε η σύμπτυξη στη γραμμή των Θερμοπυλών και να ειδοποιηθεί ο Ουέηβελλ για να συζητηθεί την επόμενη ημέρα η αναγκαιότητα και ο χρόνος της εκκένωσης. Τα αεροσκάφη της RAF στην Ελευσίνα και στο Μενίδι διατάχθηκαν να πάνε στον Άραξο και στην Τανάγρα για να διαφύγουν της αναμενόμενης αεροπορικής επίθεσης.

Ο Ουέηβηλλ στη σύσκεψη υποστήριξε ότι ο ελληνικός στρατός δεν ήταν σε θέση να προβάλει παραπέρα αντίσταση και ότι δεν είχε σχηματιστεί κυβέρνηση. Έτσι, το πρόβλημα ήταν αν θα έπρεπε οι Βρετανοί να εγκαταλείψουν την Ελλάδα για να αποφευχθεί η παραπέρα καταστροφή της χώρας από τον εχθρό. Ο Ουέηβηλλ τόνιζε ότι η παραμονή στην Ελλάδα θα μπορούσε να στερέψει τις βρετανικές πηγές ανεφοδιασμού, τόσο ώστε να απειληθεί η ασφάλεια του ζωτικού κέντρου στην Αίγυπτο. Λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη προσδοκίας για επιθετική επιστροφή στην Ελλάδα, το απαγορευτικό κίνδυνο απώλειας έξι μοιρών καταδιωκτικών, την έλλειψη κάλυψης από τη RAF και το επισιτιστικό πρόβλημα των πολιτών, αποφασίστηκε η εκκένωση και ο Ουέηβηλλ καθόρισε την προτεραιότητα σε προσωπικό, φορητά όπλα και μεταφορικά μέσα με την προσδοκία ότι θα κατάφερναν να φορτώσουν το 30% της δυνάμεώς τους (Χάιαμ, 1996).

Στις 20 Απριλίου, το στρατηγείο της 6ης αυστραλιανής μεραρχίας ζήτησε ναυτική υποστήριξη για να μαζέψει τμήματα τα οποία θα μπορούσαν να έφταναν στη θάλασσα σε διάφορα μέρη και μηχανοκίνητα πλοιάρια προς υποστήριξη των κινήσεων στο δεξιό πλευρό από τη Χαλκίδα προς την Εύβοια ως την παράκτια περιοχή βορείως των Θερμοπυλών (Χάιαμ, 1996). Το Μενίδι και η Ελευσίνα βομβαρδίζονταν συνεχώς και οι επιχειρήσεις από εκεί ήταν δύσκολες.

Στις 20 Απριλίου 1941, ημέρα του Πάσχα, σε συνεννόηση με τον διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Παναγιώτη Δεμέστιχα, τον διοικητή του Β΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Γεώργιο Μπάκο, και τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα που ήταν ο κατ΄ εξοχήν φορέας και υποκινητής της δυσάρεστης αυτής απόφασης, κατάργησε πραξικοπηματικά τον διοικητή Στρατιάς Ηπείρου Ιωάννη Πιτσίκα, ανέλαβε ο ίδιος διοικητής της Στρατιάς και υπέγραψε πρωτόκολλο ανακωχής με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Σεπ Ντίτριχ στο Βοτονόσι Ιωαννίνων. Ο αρχηγός του Ελληνικού Στρατού, αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, σε τηλεγράφημά του προς το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου, κατήγγειλε την πρωτοβουλία του Τσολάκογλου ως αντίθετη προς τα συμφέροντα της πατρίδας, διέταξε την αντικατάσταση του Τσολάκογλου και αγώνα «μέχρι εσχάτου ορίου δυνατοτήτων».

Στις 21 Απριλίου, ο βασιλιάς και ο νέος πρωθυπουργός, Τσουδερός συναντήθηκαν με τους Ουέηβελλ, Ουίλσον και Πάλαιρετ. Ο τελευταίος ανέφερε ότι έπρεπε να προβούν στην εκκένωση αφού η Ελλάδα δεν μπορούσε να υποστηρίξει το αριστερό πλευρό των Βρετανών στις Θερμοπύλες. «Η έγκαιρη υποχώρηση έχει γίνει αναγκαία, λόγω των συνθηκών του πολέμου, και θα είναι επωφελής για τον κοινό αγώνα» (Ακαδημία Αθηνών, 2002). Σύμφωνα με τηλεγράφημα του Πάλαιρετ, ο ελληνικός στρατός είχε φτάσει σε μια κατάσταση εξαντλήσεως και επιπλέον στερούνταν μερικών πηγών απαραίτητων για τη διεξαγωγή του πολέμου, όπως πυρομαχικά, αυτοκίνητα κ.ά.

Στις 22 Απριλίου, εκδόθηκε η διαταγή επιχειρήσεων του ANZAC για την εκκένωση της Ελλάδας. Η τοποθεσία των Θερμοπυλών επρόκειτο να εγκαταλειφτεί τις επόμενες τρείς νύκτες (Χάιαμ, 1996). Ο Τσώρτσιλ σε τηλεγράφημά του στον Ουέηβελλ την ίδια ημέρα, ανέφερε ότι έπρεπε να προετοιμαστεί η κοινή γνώμη με επίσημο ανακοινωθέν για την επικείμενη ελληνική κατάρρευση. Αναλυτικότερα, έλεγε ότι «κατόπιν αιτήσεως της ελληνικής κυβέρνησης, δυνάμεις της αυτοκρατορίας αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα μετά τη γερμανική κατοχή της Βουλγαρίας για να βοηθήσουν τον ηρωικό σύμμαχο στην άμυνα της πατρίδος του κατά της απειλούμενης γερμανικής εισβολής. Πριν τελειώσει η συγκέντρωση των συμμαχικών δυνάμενων, οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία με ισχυρές χερσαίες και αεροπορικές δυνάμεις. Η πρώιμη κατάρρευση της οργανωμένης στρατιωτικής αντίστασης στη Γιουγκοσλαβία επέτρεψαν στους Γερμανούς να κατευθύνουν την κύρια προσπάθειά τους δια των κύριων διαβάσεων στην Κεντρική Μακεδονία εναντίον της ανοικτής πτέρυγας των ελληνικών και αυτοκρατορικών δυνάμεων που αμύνονταν στις βόρειες περιοχές της Ελλάδας.

Κατέστη αναγκαία μια γενική σύμπτυξη, κατά τη διάρκεια της οποίας οι αποφασιστικές ενέργειες από τις καλύτερες δυνάμεις μας επέφεραν βαριές απώλειες στον εχθρό…. Το αυτοκρατορικό μέτωπο ποτέ δεν διασπάστηκε και τα στρατεύματά μας είναι ικανά, παρά τις δυσχέρειες να φτάσουν επιτυχώς σε νέες τοποθεσίες νότια της Λαμίας. Παρ΄ όλα αυτά, δημιουργήθηκε στο κέντρο μια σοβαρή κατάσταση.

Εκμεταλλευόμενες το πλεονέκτημα των καλύτερων επικοινωνιακών μέσων, που διαθέτουν, σοβαρές γερμανικές δυνάμεις πέτυχαν να καταλάβουν θέσεις των κύριων επικοινωνιακών κόμβων… Οι Έλληνες, αποκομμένοι από την υποστήριξη και τις κύριες βάσεις ανεφοδιασμού τους, έχουν αμυνθεί σθεναρώς με την πατροπαράδοτη γενναιότητά τους, στη συνεχώς αυξανόμενη πίεση των αριθμητικά υπέρτερων εχθρικών δυνάμεων, αλλά οποιαδήποτε παραπέρα σύμπτυξη αυτού του στρατού ως οργανωμένου σώματος φαίνεται απίθανη. Δεν θα ήθελα να ειπωθεί τίποτα ακόμη για την πιθανότητα αναχωρήσεώς μας» (Χάιαμ, 1996).

Στις 23 Απριλίου, το στρατηγείο του ANZAC έκανε ακόμη μια μεταστάθμευση από τη Λιβαδειά στην περιοχή της Μάνδρας, ενώ ο Στρατηγός Παπάγος παραιτείται από αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων. Την επόμενη ημέρα, το στρατηγείο έκλεισε (ΧΆΙΑΜ, 1996) και μεταφέρθηκε στην Κρήτη (Ηράκλειο). Η σύμπτυξη μέσω της Πελοποννήσου ήταν θαυμαστή όσο και όλη η επιχείρηση σύμπτυξης. Υπήρχε η μοναδική γέφυρα στη διώρυγα της Κορίνθου στο δυτικό άκρο και οι δρόμοι από εκεί άρχιζαν με πολλές στροφές και ήταν γεμάτοι σκόνη. Η σιδηροδρομική γραμμή έφτανε μέχρι το Ναύπλιο και την Καλαμάτα. Εκτός από αυτά τα δυο λιμάνια, υπήρχαν μικροί όρμοι, οι οποίοι μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για επιβίβαση, παρά το ότι υπήρχαν και άλλοι βραχώδεις κολπίσκοι στους οποίους θα μπορούσαν να μπουν με προσοχή μικρά πλοία. Σε αυτά τα πλοία θα μπορούσαν να μεταφερθούν στρατιώτες με μικρά πλοιάρια και βάρκες, μια κατάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη αν υπήρχε εχθρική αεροπορία στην περιοχή. Από τις 14 Απριλίου δεν υπήρχε και η αεροπορική κάλυψη της RAF.
Στις 25 Απριλίου, μεταξύ 2 και 4 η ώρα το πρωί, πέρασαν από τη γέφυρα της διώρυγας της Κορίνθου 530 οχήματα κατευθυνόμενα προς τα νότια. Στις 7 το απόγευμα της 26ης Απριλίου, ο ουρανός γέμισε με αεροπλάνα Ju-52 και οι αλεξιπτωτιστές είχαν ξεκινήσει, όταν δεν είχαν τοποθετηθεί αντιαεροπορικά πυροβόλα ούτε είχαν διατεθεί δυνάμεις για την άμυνα εναντίον επιθέσεων αερομεταφερόμενων μονάδων. Οι αποδιοργανωμένες και απομονωμένες βρετανικές μονάδες δεν παραδόθηκαν, ενώ επιτεύχθηκε και η ανατίναξη της γέφυρας. Ωστόσο, ανέγερση μιας προσωρινής γέφυρας κατά μήκος της διώρυγας της Κορίνθου επέτρεψε στις μονάδες του 5ου τμήματος Panzer να ακολουθήσουν τις συμμαχικές δυνάμεις στην Πελοπόννησο Ακόμα και τα αντιαρματικά όπλα 2 λιβρών καταστράφηκαν επιτόπου διότι δεν μπορούσαν να παραληφθούν από τα πλοία της εκκένωσης.

Στις 28 Απριλίου, στο Πολεμικό Συμβούλιο, ο Τσώρτσιλ έλεγε ότι οι βρετανικές απώλειες ήταν μεταξύ 5.000-10.000 αντρών, τα τελευταία στάδια της ελληνικής εκστρατείας υπήρξαν ένα δοξασμένο επεισόδιο στην ιστορία των βρετανικών όπλων, και ότι δεν αισθανόταν λύπη για την απόφαση να σταλούν στρατεύματα στην Ελλάδα αφού έτσι η Γιουγκοσλαβία κατέστη φανερός εχθρός της Γερμανίας και προκλήθηκε μια αξιοσημείωτη αλλαγή στη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών (Χάιαμ, 1996). Σύμφωνα με τελικές αναφορές για την εκκένωση, περίπου 1500 στρατιώτες είχαν μείνει στις ακτές του Ναυπλίου, 700 χάθηκαν εκεί όταν βούλιαξε μεταγωγικό και 8.000 έμειναν στην Καλαμάτα λόγω μια σύγχυσης: ο εχθρός διείσδυσε στην πόλη και συνέλαβε τον αξιωματικό επιβίβασης, ο οποίος είχε τον κώδικα σηματοδότησης προς τα πολεμικά πλοία να πλησιάσουν στις επαρκείς αποβάθρες – έτσι το κρουαζιερόπλοιο και τα συνοδά καταδρομικά δεν πήραν τους στρατιώτες την τελευταία νύχτα (Χάιαμ, 1996).

Στις 29 Απριλίου, ο Ήντεν πληροφορεί τον Τσώρτσιλ ότι το βρετανικό υπουργείο πληροφοριών επιθυμεί να δοθεί άμεση δημοσιότητα στην ελληνική διακοίνωση της 21ης Απριλίου, με την οποία προτείνεται το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα να εκκενώσει την Ελλάδα, καθώς η γερμανική προπαγάνδα εκμεταλλεύεται τα μέγιστα την κίνηση αυτή και την παρουσιάζει ως άλλη μια εγκατάλειψη φίλων και συμμάχων. Ο Ήντεν προτείνει (και ο Τσώρτσιλ συμφώνησε) να δημοσιοποιηθεί το γεγονός με τη μορφή ερώτησης στο Κοινοβούλιο, στην οποία και θα απαντήσει ο ίδιος (Ακαδημία Αθηνών, 2002).

Οι απώλειες για τις συμμαχικές δυνάμεις ήταν σημαντικές αλλά και με σημαντική διαφοροποίηση έναντι των επιμέρους εθνικών δυνάμεων (βλ. Πίνακες 1 και 2). Συνολικά, στην εκστρατεία στην Ελλάδα, έλαβαν μέρος 62.162 στρατιώτες, με το 38,% να είναι Βρετανοί, 27,4% Αυστραλοί, 26,7% Νεοζηλανδοί και το υπόλοιπο 7,5% να είναι Παλαιστίνιοι και Κύπριοι. Το μεγαλύτερο ποσοστό θανάτων καταγράφεται στους Βρετανούς πιλότους (5%) και ακολουθούν οι Αυστραλοί (1,9%) και οι Νεοζηλανδοί (1,7%). Το μεγαλύτερο ποσοστό τραυματιών αναφέρεται στους Νεοζηλανδούς (3,6%) και τους Αυστραλούς (2,9%).

Πίνακας 1: Συμμαχικές δυνάμεις και απώλειες (απόλυτα αριθμητικά δεδομένα) κατά την εκστρατεία στην Ελλάδα το 1941

ΣΥΜΜΑΧΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΙ ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΣΥΝΟΛΟ
ΒΡΕΤΑΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ 146 87 6480 6713
ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ 110 45 28 183
ΑΥΣΤΡΑΛΟΙ 320 494 2030 2844
ΝΕΟΖΗΛΑΝΔΟΙ 291 599 1614 2504
ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΟΙ ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΟΙ 36 25 3806 2867
ΣΥΝΟΛΟ 903 1250 13958 16111

Πηγή: Long, 1953, ΓΕΣ, 1984, Hill, 2008

Το μεγαλύτερο ποσοστό αιχμαλώτων αφορά τους Παλαιστίνιους και Κύπριους (81,5%) και τους Βρετανούς (29,6%). Σε επίπεδο συνολικών απωλειών (θάνατοι, τραυματίες, αιχμάλωτοι), το υψηλότερο ποσοστό αφορά πάλι τους Παλαιστίνιους και Κύπριους (82,8%) και τους Βρετανούς (30,7%). Συνολικά, ο ένας στους πέντε στρατιώτες που έλαβαν μέρος στη μάχη της Ελλάδας το 1941, τελικά αιχμαλωτίστηκε, στοιχείο δηλωτικό των δυσχερειών που συνάντησε η επιχείρηση εκκένωσης ΔΑΙΜΩΝ του ελλαδικού χώρου.

Πίνακας 2: Συμμαχικές δυνάμεις και απώλειες (ποσοστιαία δεδομένα) κατά την εκστρατεία στην Ελλάδα το 1941

ΣΥΜΜΑΧΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ  ΑΡΙΘΜΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΩΝ ΘΑΝΑΤΟΙ (%) ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ (%) ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ (%) ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΩΛΕΙΩΝ (%)
ΒΡΕΤΑΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ 21.880 0,7 0,4 29,6 30,7
ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ 2.217 5,0 2,0 1,3 8,3
ΑΥΣΤΡΑΛΟΙ 17.125 1,9 2,9 11,9 16,6
ΝΕΟΖΗΛΑΝΔΟΙ 16.720 1,7 3,6 9,7 15,0
ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΟΙ ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΟΙ 4.670 0,8 0,5 81,5 82,8
ΣΥΝΟΛΟ 62.612 1,4 2,0 22,3 25,7

Πηγή: Long, 1953, ΓΕΣ, 1984, Hill, 2008

Σε επίπεδο εξοπλισμού και μέσων, απωλέσθηκαν 290 αεροπλάνα, 8.000 οχήματα, 600 βαρέα και ελαφρά όπλα, 431 όλμοι, 39 αντι-αρματιστικά όπλα, 151.950 τυφέκια, 134 τεθωρακισμένα οχήματα, 2.710 μηχανές , 600 λοιπά τροχοφόρα και πολύ μεγάλες ποσότητες εφοδίων (Long, 1953, ΓΕΣ, 1984, Hill, 2008).

Οι Αυστραλοί ιστορικοί και ερευνητές της εκστρατείας στην Ελλάδα (Hill, 2008), θεωρούν ότι οι συμπατριώτες τους βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στην πρώτη γραμμή μια επιχείρησης που είχε λίγες πιθανότητες να πετύχει. Μάλιστα, διατυπώνουν σημαντικά επιχειρήματα αναφορικά με τις σκοπούς της απόφασης των Βρετανών να στείλουν εκστρατευτικό σώμα στην Ελλάδα, διαφωνώντας με τη θεωρία της εκτροπής και της καθυστέρησης των ναζιστικών δυνάμεων. Εναλλακτικά, διατυπώνουν την άποψη ότι η απόφαση των Βρετανών στηριζόταν στις σχέσεις της βρετανικής κυβέρνησης με την ελληνική μοναρχία και εξυπηρετούσε το στρατηγικό σκοπό της συντήρησης και εμβάθυνσης του πλαισίου της βρετανικής διείσδυσης και επιρροής στο ελληνικό πολιτικό σύστημα και τη διακυβέρνησης της χώρας (Hill, 2008).

Μέσα σε όλο αυτό το στρατηγικό και τακτικό πλαίσιο των Βρετανών, οι Αυστραλοί δεν είχαν καμία συμμετοχή στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, η ενημέρωση που ελάμβαναν ήταν «φιλτραρισμένη» και αρκετά καθυστερημένη, ενώ και η επιχείρηση της εκκένωσης αποτελούσε επεισόδιο της συνολικής καταστρεπτικής στρατιωτικής επιχείρησης στην Ελλάδα (Hill, 2008). Έτσι, οι δυνάμεις των Αυστραλών βρέθηκαν σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση εντός του ελλαδικού χώρου, χωρίς επικοινωνίες και αιφνιδιαζόμενες από την ταχύτητα της επιχείρησης εκκένωσης. Οι αναφορές στα απομνημονεύματα Αυστραλών κατά την εκκένωση, είναι πραγματικά συγκλονιστικές. Περιγράφουν το χάος και τις δυσχέρειες κατά τη σιδηροδρομική και οδική μεταφορά των στρατευμάτων, την κατάσταση των Ελλήνων στρατιωτών που επέστρεφαν από το αλβανικό μέτωπο, την «εξωπραγματικά» θαρραλέα στήριξη που τους παρείχαν οι Έλληνες χωρικοί σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, το φόβο και τον πανικό από τους ναζιστικούς βομβαρδισμούς και πολλά άλλα περιστατικά και γεγονότα από την ολιγοήμερη επιχείρηση της σύμπτυξης και εκκένωσης.

Ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή των Μεγάρων και δεδομένης της έλλειψης αεροπορικής κάλυψης από τη RAF, οι βομβαρδισμοί αλλά και οι αεροπορικές επιδρομές από τους Γερμανούς, έχουν καταγραφεί ως ένας ιδιότυπος ψυχολογικός πόλεμος. Υπάρχουν, ακόμα, και αναφορές για τη μη διάθεση αρκετών τροφο -εφοδίων στο χειμαζόμενο λαό από τους Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών, αφού προτίμησαν να διατηρήσουν το απόθεμα για τους νέους κυρίαρχους της χώρας! Οι Έλληνες χωρικοί-αγρότες πρόσφεραν πολύτιμη βοήθεια στην προώθηση των συμμαχικών δυνάμενων προς τις νότιες ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας και χωρίς αυτούς το ποσοστό αιχμαλώτων θα ήταν τραγικά μεγαλύτερο από το 22%. Πολλοί Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιώτες διατήρησαν στη μνήμη τους την αναγνώριση και το σεβασμό για τη βοήθεια των Ελλήνων χωρικών και στο πλαίσιο αυτό καθιέρωσαν σχετικές αναμνηστικές αναφορές και εκδηλώσεις, ενώ αρκετοί επισκέφτηκαν μεταπολεμικά στην Ελλάδα και αναζήτησαν τους χώρους που βρέθηκαν αλλά και τους ανθρώπους που τους βοήθησαν (βλ. Εικόνα 1).

Εικόνα 1
Σε αναγνώριση των Ελλήνων (Αυστραλιανό Πολεμικό Μουσείο)

Πηγή: Hill, 2008

Το αυστραλιανό αντιτορπιλικό VENDETTA

Τα πλοία που συμμετείχαν στην επιχείρηση ΔΑΙΜΩΝ ήταν τo καταδρομικό PERTH και τα αντιτορπιλικά STUART, VAMPIRE, VENDETTA, VOYAGER και WATERHEN. Το PERTH επιχείρησε στο Πόρτο Ράφτη, ενώ τα STUART και VOYAGER στο λιμάνι του Ναυπλίου καθώς και ένα πάρτι Αυστραλών, Νέας Ζηλανδίας και Βρετανών νοσοκόμων. Το VENDETTA εκκένωσε στρατεύματα Αυστραλών και Νεοζηλανδών από την παραλία στα Μέγαρα. Αναλυτικότερα:

Στις 21 Απριλίου, το VENDETTA (βλ. Εικόνα 1 έμβλημα) ανέλαβε καθήκοντα συνοδείας στις συνοδείες των δυνάμεων αναχώρησαν τελευταίες από την Αλεξάνδρεια. Έφτασε στον κόλπο της Σούδας στις 24 Απριλίου, όπου είχε εκτραπεί λόγω των χαοτικών συνθηκών στον Πειραιά και την απόφαση για απόσυρση των βρετανικών δυνάμεων από την Ελλάδα. Η επιχείρηση DEMON, η εκκένωση της Ελλάδας, ξεκίνησε το βράδυ της 24/25 Απριλίου ενόψει μιας ταχέως επιδεινούμενης στρατιωτικής θέσης στην ξηρά, με αποκορύφωμα τη γερμανική είσοδο στην Αθήνα τρεις ημέρες αργότερα.

Η δράση του VENDETTA στην εκκένωση ξεκίνησε στις 25 Απριλίου όταν στις 13:15 έπλευσε από τον κόλπο στης Σούδας μαζί με το WATERHEN. Και τα δύο πλοία έφτασαν έξω από την παραλία στα Μέγαρα στις 22:00. Η εκκένωση, η οποία ολοκληρώθηκε χωρίς παρέμβαση από τον εχθρό, ολοκληρώθηκε περίπου στις 04:30 της 26ης Απριλίου 1940.

Εικόνα 2 Το έμβλημα του πλοίου VENDETTA

Οι διαθέσιμες φωτογραφίες αφορούν κυρίως την περίοδο απαγκίστρωσης των Αυστραλών στρατιωτών από την ηπειρωτική Ελλάδα μετά την κάθοδο των ναζιστικών στρατευμάτων από τη Μακεδονία. Στις 12.4.1941, σχηματίστηκε το δεύτερο σώμα ANZAC από αυστραλιανές και νεοζηλανδικές μονάδες, μονάδες που αναπτύχθηκαν στη Δυτική Μακεδονία με σκοπό την αντίσταση στη ναζιστική εισβολή. Πολέμησαν στη Βέβη, στη Φλώρινα, στο Βόλο, στο πέρασμα του Μπράλου, στις Θερμοπύλες, στα Μέγαρα και στην Κόρινθο.

Τα Μέγαρα υπήρξαν και περιοχή εκκένωσης αυτών των μονάδων κατά τη μετάβασή τους στην Κρήτη και την εκεί συμμετοχή τους στην ομώνυμη μεγαλειώδη μάχη του Β΄Π.Π. Συγκεκριμένα, οι νεοζηλανδικές δυνάμεις (περίπου 5.000 στρατιώτες) διέφυγαν το βράδυ της 24ης Απριλίου 1941 από το λιμένα του Πόρτο Ράφτη ενώ αυστραλιανές δυνάμεις διέφυγαν την 26η Απριλίου 1941 από τα παράλια των Μεγάρων.

Σε αυτή την περίοδο της εκκένωσης, αναφέρεται το φωτογραφικό υλικό που έχουμε εντοπίσει στο σχετικό πολεμικό αρχείο με χωρική αναφορά τα Μέγαρα (βλ. Εικόνες 3-10) και που αποτελούν ένα τμήμα ευρύτερου φακέλου τεκμηρίωσης για το στρατηγικό ρόλο της περιοχής των Μεγάρων και της Δυτικής Αττικής καθ’ όλη την περίοδο 1941-1944. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι σε αυτή την περιοχή έγινε η επανείσοδος των βρετανικών δυνάμενων στο ελληνικό έδαφος τον Οκτώβριο του 1944 προκειμένου να συμμετέχουν στη στρατιωτική στήριξη της διάδοχης κατάστασης.

Εικόνα 3

Πηγή: AWM

Εικόνα 4

Πηγή: AWM

Εικόνα 5

Πηγή: AWM

Εικόνα 6

Πηγή: AWM

Εικόνα 7

Πηγή: AWM

Εικόνα 8

Πηγή: AWM

Εικόνα 9

Πηγή: AWM

Εικόνα 10

Πηγή: AWM

Ιωάννης Μήτσος – Μαθήματα Μηχανολογίας – άρθρα

Related posts